Τα παιδιά μαζεύονται γύρω από ένα ξύλινο τραπέζι έξω, περιμένοντας στη σειρά για φαγητό.
Ιστορία

Το Ψωμί της Μνήμης

Συνομιλώντας για τον Πόλεμο, την Πείνα και την Αγάπη με Στίχους του Γιάννη Ρίτσου

Συνομιλώντας για τον Πόλεμο, την Πείνα και την Αγάπη με Στίχους του Γιάννη Ρίτσου

με
Alta Panera

Ο Γιάννης Ρίτσος, ένας από τους σημαντικότερους ποιητές του 20ού αιώνα, έκανε ποίηση το βίωμά του. Πολιτικός και ανθρώπινος μαζί, μίλησε για τον πόλεμο, την αντίσταση, την ειρήνη, τη μνήμη και τη ζωή. Αν και έζησε και δημιούργησε σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο, θα μπορούσε να γράφει για όποια γωνία της γης ο άνθρωπος αγωνίζεται για το δίκαιο. Η Ελλάδα του 1945 θα μπορούσε να είναι η Συρία του 2012, η Παλαιστίνη του 2025. Ο Ρίτσος γράφει για το παρελθόν, το τώρα και το μέλλον, για όσο υπάρχει εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Γράφει για την πείνα και την αγάπη – την πείνα για την ελευθερία, για το ψωμί, για τη δικαιοσύνη για όλους. Την αγάπη που κάνει τους ανθρώπους να συνεχίζουν να προσπαθούν, την αγάπη που κάνει τους ανθρώπους να μοιράζονται ακόμη και το ελάχιστο ψωμί τους.

Ασπρόμαυρη φωτογραφία ενός άνδρα με κοντά μαλλιά και μουστάκι, που φοράει ριγέ πουκάμισο και κάθεται σε εξωτερικό χώρο.

Ο πόλεμος είναι πόλεμος και η πείνα, πείνα. Οι συγκεκριμένες αφορμές και συνθήκες αλλάζουν στον χρόνο και στον τόπο, μα κάποια στοιχεία είναι πάντα ίδια.

Οι αφορμές, εκ των υστέρων, φαντάζουν πάντα μικρές σε σχέση με την καταστροφή που φέραν. Ο πόλεμος βγάζει στην επιφάνεια ό,τι κρύβει ο καθένας. Σ’ άλλους, ξεπηδά η μικροψυχία τους και προσπαθούν να πλουτίσουν απ’ τη φρίκη. Αυτοί είναι πάντα απέναντί μας.

Οι δικοί μας άνθρωποι, τ’ αδέλφια μας, είναι αλλού: πολεμούν για το δίκιο, καθοδηγούνται από την αγάπη για τον άνθρωπο, αγωνίζονται για ένα καλύτερο αύριο για όλους. Αυτός ο αγώνας κρατά ζωντανή την εικόνα τους.

Τόσα χρόνια πολιορκημένοι από στεριά και θάλασσα,
Όλοι πεινάνε, όλοι σκοτώνονται και κανένας δεν πέθανε

(Γ. Ρίτσος – Ρωμιοσύνη)

Η μάνα που αγαπάει το παιδί της. Ο αντάρτης που αγαπάει τον λαό. Ο άνθρωπος που αγαπάει τον γείτονά του.

Μάθαμε τώρα κάτι πράματα απλά,
πολύ απλά,
πολύ σίγουρα,
πως ο ουρανός αρχίζει απ’ το ψωμί,
πως δεν είναι δίκιο άλλοι να βγάζουν το ψωμί
κι άλλοι να τρώνε το ψωμί,
πως δεν είναι δίκιο να φτιάχνουν κανόνια
και να λείπουν τ’ αλέτρια – απλά πράματα

(Γ. Ρίτσος – Γράμμα στον Ζόλιο – Κιουρί)

Αλλιώς πεινάει ο καθένας. Η μάνα πεινάει για το παιδί της και, μόνο αφού έχει φάει, για τον εαυτό της. Το παιδί γίνεται ολόκληρο μια κοιλιά που πεινά. Ο στρατιώτης πεινάει κι αυτός, μα για άλλα πράγματα – και σωπαίνει.

Ντρέπομαι τούτο το χαρτί, τα λόγια ντρέπομαι, ντρέπομαι το ποτήρι το νερό, ντρέπομαι που διψάω, ντρέπομαι που πίνω, κλαίω, ντρέπομαι που κλαίω.

(Γ. Ρίτσος – απόσπασμα Αναφυλλητό V, συλλογή Υδρία)

Σε εποχές πολέμου, πεινάν τόσοι άνθρωποι για τόσα πράγματα: για φαγητό, για λέξεις, για αλήθεια, για δικαιοσύνη.

Άφησα στο τραπέζι δυο ελιές και λίγο ψωμί. Γιατί μπορεί να ‘ρθει ο πατέρας. Ή η πατρίδα.

(Γ. Ρίτσος – Καπνισμένο Τσουκάλι)

Το παιδί μασάει ένα ξερό σύκο. Το κρατά, το μασά, το κρατά – να κρατήσει η γεύση περισσότερο από την πείνα. Φαντάζεται τον πατέρα ζωσμένο πάνω στο άλογο, δεν μπορεί να δει καθαρά το πρόσωπό του πια. Η μάνα βράζει ρίγανη και νερό. Θα το πει σούπα. Στη φαντασία της, αλείβει λάδι πάνω σε ψωμί. Το πρώτο κομμάτι το δίνει στο παιδί. Ακόμη και στα όνειρά της, πρώτα ταΐζει το παιδί.

Το λάδι το μετρούσαμε σταγόνα τη σταγόνα, σαν τα δάκρυά μας.

(Γ. Ρίτσος – Η Σονάτα του Σεληνόφωτος)

Τα παιδιά μαζεύονται γύρω από ένα ξύλινο τραπέζι έξω, περιμένοντας στη σειρά για φαγητό.

Ο πόλεμος δεν είναι μόνο μάχες και πυροβολισμοί. Είναι σιωπή στα σπίτια, ουρές για λίγο αλεύρι, χαρτιά με λίστες ονόματα νεκρών. Είναι οι τοίχοι που κρατάνε τις φωνές των παιδιών που έφυγαν. Είναι η απουσία στο τραπέζι, το πιάτο που μένει άδειο, το ρούχο που μυρίζει χώμα και αίμα.

Ο πόλεμος παίρνει τη φωνή του πατέρα, τη σκιά της μάνας, την αθωότητα του παιδιού. Φτιάχνει ήρωες από ανάγκη, όχι πάντα από επιλογή. Και τους αφήνει να λιμοκτονούν.

Ο στρατιώτης δεν πεινάει μόνο για φαΐ. Πεινάει για ένα άγγιγμα, για μια επιστροφή, για την ειρήνη. Μα δε μιλά. Κοιτάει το χώμα. Το πατάει και συνεχίζει.

Η μάνα πλένει το ρούχο του γιου κάθε μέρα, να’ ναι φρεσκοπλυμένο όταν γυρίσει. Το φοράει μήπως τον φέρει πίσω. Η μάνα ανησυχεί:

Ποιος θα σου φέρει τώρα το ζεστό καρβέλι μες στη νύχτα να ταΐσεις τα όνειρα;

(Γ. Ρίτσος – Ρωμιοσύνη)

Το παιδί ζωγραφίζει τανκς και βόμβες, κι όχι ήλιους και σπίτια. Γιατί αυτό είδε. Αυτό ζει. Ο πόλεμος είναι ο φόβος που σφίγγει το στομάχι πριν χτυπήσει η πόρτα. Είναι το ψωμί που δεν φτάνει για όλους.

Ο μαχητής σκέφτεται κι αυτός:

Η πείνα μονάχα κυβερνάει.
Γι’ αυτό εύκολα κυβερνιούνται οι πεινασμένοι.

(Γ. Ρίτσος – Γραγκάντα, 1972)

Μα δεν το δέχεται. Γιατί ακόμα κρατά στα χέρια του ένα κομμάτι ψωμί, για να το μοιραστεί. Όχι γιατί χόρτασε, αλλά για να θυμάται ότι είναι άνθρωπος.

Γυρεύουν πίσω το ψωμί που δεν φάγανε.
Γυρεύουν τον ήλιο που τους κλέψανε.
Οι νεκροί γυρεύουν τη ζωή τους.
ΑΛΤ – ΑΛΤ
απ’ όλα τα φυλάκια της νύχτας
όλη τη νύχτα.

(Γ. Ρίτσος – αποσπάσματα από Μακρονησιώτικα, σύνολο Ρωμιοσύνη)

Ο πόλεμος δεν τελειώνει με την εκεχειρία. Μένει στις μνήμες, στους εφιάλτες, στους στίχους. Μένει στον κόμπο στον λαιμό, όταν βλέπεις ένα άδειο πιάτο και δεν έχεις τι να πεις. Μέχρι την τελική νίκη. Μέχρι να μην περιμένει στην ουρά κανένα παιδί για το φαΐ του.

Μια ομάδα παιδιών στέκεται σε σειρά έξω, κρατώντας μπολ και πιάτα, μπροστά από έναν ξύλινο τοίχο.

Ο στρατιώτης έβγαλε απ’ το σακίδιο ένα ξερό ψωμί. Το κοίταξε σαν να το έβλεπε για πρώτη φορά. Δίπλα μια ελιά, δώρο ενός γέρου χωρικού. Δύο είχε και του έδωσε τη μία. Έφαγε σα να κοινωνούσε.

«Ένα κομμάτι ψωμί κι ένα ποτήρι κρασί – με αυτά έζησαν άνθρωποι / και άντεξαν.»

(Γ. Ρίτσος – Πέτρινος Χρόνος)

Τώρα, ούτε αυτά. Ούτε ξερό ψωμί, ούτε κρασί να κοινωνήσει.

Το ψωμί σώθηκε, τα βόλια σώθηκαν. Γεμίζουν τώρα τα κανόνια τους μόνο με την καρδιά τους.

(Γ. Ρίτσος – Ρωμιοσύνη)

Θυμήθηκε τη μάνα του να λέει: Όταν κόβεις το ψωμί, να το σταυρώνεις. Όταν μοιράζεις, να δίνεις πρώτα στον πεινασμένο.

Θυμήθηκε το παλιό τραπέζι, την κατσαρόλα που άχνιζε, τον πατέρα να λέει το φαΐ ενώνει και φτιάχνει γη για να σταθούμε.

Στο σπίτι, η μάνα έκοψε το παξιμάδι στα δύο. Το παιδί αρνήθηκε. Εκείνη το μούλιασε, το σέρβιρε με ελιές.

Φάε, παιδί μου. Η πείνα δεν είναι ντροπή. Η λησμονιά είναι.

(Γ. Ρίτσος – 18 Λιανοτράγουδα της Πικρής Πατρίδας)

– Μαμά, όταν γυρίσει ο αδελφός, θα φάμε όλοι μαζί;
– Ναι, παιδί μου. Θα έχουμε κρέας και κρασί.
– Και σταφύλια;
– Και σύκα. Και βασιλικό στο τραπέζι.

A round, flat bread. Dark brown.

Ο στρατιώτης γύρισε. Με παπούτσια τρύπια, στολή φθαρμένη κι ένα καρβέλι – δώρο συντρόφου. Η μάνα το ’βαλε στο τραπέζι. Δεν ήταν πια μόνο καρβέλι. Ήταν μνήμη. Ήταν πατρίδα. Ήταν αγώνας. Στο τραπέζι: ελιές, μια σταγόνα λάδι, λίγο κρασί, ένα κομμάτι παστό.

Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων,
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου,
είναι το χαμόγελο της μάνας.
Μονάχα αυτό.
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθιές αυλακιές σ’ όλη τη γη
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη. Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.

(Γ. Ρίτσος – Ειρήνη)

Η μάνα άνοιξε ένα παλιό κρασί. Το παιδί μάζεψε λουλούδια από τη γειτονιά. Έφαγαν όλοι μαζί.

Μοιραστήκαμε το ψωμί — και σωπάσαμε. Γιατί αυτή η σιωπή / ήτανε γεμάτη.

(Γ. Ρίτσος – Η Κυρά των Αμπελιών)

Και τότε, δεν πείνασαν. Όχι γιατί χόρτασαν, αλλά γιατί ήταν μαζί.

Ασπρόμαυρη χαρακτική δύο μεγάλων, στριμμένων δέντρων με υφή φλοιού σε φυσικό περιβάλλον.

Τι φτιάχνετε;

Μοιραστείτε το δημιουργικό σας έργο μαζί μας για να το δείτε να παρουσιάζεται στα κοινωνικά μας δίκτυα!

Επικοινωνήστε μαζί μας